Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Πώς βρέθηκα στους δρόµους του κρασιού

ΕΠΌΜΕΝΌΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΠΟΝΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΝΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΚΟΥΦΟΥ, ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 19 Μαρτίου 201
Στον δρόµο του κρασιού που χαράσσει εδώ και τέσσερις δεκαετίες ο Μανόλης Σκουλούδης, µε κυριότερο σταθµό τη δηµιουργία των δικών του επιχειρήσεων, της Ευβοϊκής και της ΙΝΟ, έχει οδηγό το επιστηµονικό ενδιαφέρον και το πάθος του για την οινολογία. Ακόµα και σήµερα περνά αρκετές ώρες στα οινολογικά εργαστήρια της εταιρείας του προκειµένου να πετύχει καλύτερη ποιότητα για τα κρασιά που παράγει. «Οταν βρίσκοµαι στα εργαστήρια αισθάνοµαι ότιο χρόνος σταµατά», λέει. 

Η διαδροµή του στον χώρο του κρασιού ξεκίνησε πολύ νωρίς, όταν ήταν ακόµα µαθητής γυµνασίου και κέρδιζε το χαρτζιλίκι του δουλεύοντας τα καλοκαίρια σε οινολογικό εργαστήριο στη Χαλκίδα. Εκεί απέκτησε τις πρώτες γνώσεις και εξοικειώθηκε µε τη γη καιτους καρπούς της, θέτοντας υπό µίαέννοια τα θεµέλια της επαγγελµατικής του πορείας χωρίς όµως να είναι σε θέση να προβλέψει την εξέλιξή του. 

«∆εν είχα στο µυαλό µου να γίνω επιχειρηµατίας», λέει σήµερα ο 62χρονος οινοπαραγωγός, παρότι προεδρεύει ενός οµίλου που κατατάσσεται στη δεύτερη θέση, βάσει του οικονοµικού µεγέθους του, στον χώρο της ελληνικής οινοποιίας και αποτελεί τον µεγαλύτερο µεταποιητή χυµού σταφυλιού στην Ελλάδα καθώς απορροφά περίπου 40% της συνολικής εγχώριας παραγωγής σταφυλιού. Οι πρωτιές δεν σταµατούν εδώ. Η Ευβοϊκή αποτελεί τον µεγαλύτερο προµηθευτήπρώτης ύλης σε οινοποιητικές επιχειρήσεις, καθώς και χυµού σταφυλήςγια εταιρείες τροφίµων, χυµών και αναψυκτικών, ενώ η εξαγωγικήτης δραστηριότητα αναπτύσσεται συνεχώς. Εξαγωγέςπραγµατοποιεί και η δεύτερη εταιρεία του οµίλου, η ΙΝΟ, η οποία µάλιστα κατέχει 11,7% της ελληνικής αγοράς εµφιαλωµένου κρασιού στην κατηγορία της φιάλης των 750 ml και κατατάσσεται ανάµεσα στους µεγαλύτερους εξαγωγείς ελληνικού οίνου στη γερµανική αγορά. Σηµαντικές ποσότητες των κρασιών ΙΝΟ εξάγονται σε Ολλανδία, Πολωνία, Βέλγιο και Βρετανία, ενώ µικρότερες ποσότητες φτάνουν µέχρι τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Ιαπωνία. Εξ ου και το ένατρίτο του τζίρου του οµίλου, που διαµορφώθηκε σε 32 εκατ. ευρώ κατά την προηγούµενη χρήση (έληξε τέλος Ιουνίου 2010), προέρχεται από εξαγωγές. Επόµενος στόχος του κρητικού (Ιεράπετρα) γεωπόνου; Η τοποθέτηση των κρασιών του στα ελληνικά εστιατόρια. Πρόκειται για σχέδιο που θα δώσει νέα αναπτυξιακή πνοή στις εταιρείες του, οι οποίες πάντως δεν έχουν επηρεαστεί αρνητικά από την οικονοµική κρίση, χάρη στην καλή σχέση ποιότητας τιµής των κρασιών τους που αποτελεί βασικό στόχο του κ. Σκουλούδη. «Συνέταιροι» στα σχέδιά του, τα τέσσερα παιδιά του– ο Μενέλαος, ο Αργύρης, ο Ζήσης και η Αµάτα – που έχουν αναλάβει ενεργό δράση στην οικογενειακή επιχείρηση αφήνοντας την ευχέρεια στον πατέρα τους να επικεντρώνεται στην έρευνα του κρασιού. 

Πρόκειται άλλωστε για µια ενασχόληση που τον συνοδεύει από τα φοιτητικά του χρόνια. Το 1973µε το πτυχίο του γεωπόνου από την Ανώτατη Γεωπονική Σχολή Αθηνών συνεχίζει ακόµα δύο χρόνια σπουδών για να αποκτήσει την ειδικότητα της οινολογίας. «Αισθανόµουν όµως ότι χρειαζόµουν και κάτι ακόµα για να ολοκληρωθώ ως επιστήµονας. Ετσι αποφάσισα να φύγω για τη Γαλλία το 1978, αν και η µόνηξένη γλώσσα που ήξερα ήταν τα αγγλικά», λέει. Χωρίς να ξέρει λέξη γαλλικών αλλά µε όπλο την αγάπη του για το κρασί µένει στη Γαλλία µέχρι το 1980. Κάνει µεταπτυχιακές σπουδέςστους κλάδους αµπελουργίας και οινολογίας, αποκτά τρία διπλώµατα,ενώ παράλληλα παρακολουθεί ειδικά σεµινάρια. 

Οταν επιστρέφει στην Ελλάδα εγκαθίσταται οριστικά στην Χαλκίδα, εκεί όπου µεγάλωσε και, όπως λέει, δεν έχει σκεφτεί ποτένα την εγκαταλείψει αφού µπορεί απότον Μάιο µέχρι και τον Οκτώβριο να χαίρεται το κολύµπι µετά τη δουλειά του. Πέντε χρόνια µετά τηνεπιστροφή του αναλαµβάνει τηγενική παρακολούθηση της οινοποιίαςΕ. Μαλαµατίνας & υιός και εργάζεται δίπλα στον Βάκη Μαλαµατίνα, ο οποίος συνέβαλε στην εξέλιξη της ελληνικής οινοποιίας. 

Εχοντας παντρέψει τη θεωρίαµε την εµπειρία,το 1998 εισέρχεται στον επιχειρηµατικό στίβο και ιδρύει µε τον φίλο του ΑναστάσιοΣαµπάνη την Ευβοϊκή µεέδρα τη Ριτσώνα. Ακολουθεί το 2001 η ΙΝΟ, η οποία δηµιουργήθηκε ως σύµπραξη της Ευβοϊκής και της Συνεταιριστικής Οργάνωσης των Αµπελουργών της Θήβας. 

Πριν από τέσσερα χρόνια απέκτησε τον έλεγχο των εταιρειών και εισήλθε για τα καλά στο επιχειρηµατικό γίγνεσθαι της περιοχής του. ∆ιετέλεσε µάλιστα πρόεδρος του Επιµελητηρίου Ευβοίας, αλλά και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης Παραγωγών Προϊόντων Αµπέλου. 

Νέες επενδύσεις. Από φέτος προχωρά σε νέεςεπενδύσεις 5εκατ. ευρώ για την επόµενη διετία. Αφορούν την αύξηση της παραγωγικής δυνατότητάς κατά 40%, την εξασφάλιση συνθηκών πράσινης ανάπτυξης στους τοµείς εµφιάλωσης, συσκευασίας και κατανάλωσης ενέργειας, τη διαχείριση πρώτων υλών, την ανάπτυξη περίπου 30 νέων προϊόντων, καθώς και την επιθετική ανάπτυξη των εξαγωγών. 

Την περασµένη τριετία ο όµιλος «έτρεξε» επενδύσεις 3,4 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για κινήσεις που ενισχύουν τη θέση του οµίλου Σκουλούδη στην αγορά του κρασιού. Πάνω απ’ όλα, όµως, «τη διατήρηση αυτής της ισχυρής θέσης εξασφαλίζει η συνέπεια στις αρχές µας, που είναι ποιότητα, ασφάλεια, ποικιλία, τίµια σχέση ποιότητας τιµής».

Το ελληνικό και το αλιάνικο Εκθεση παρουσιάζει το ταξίδι του κρασιού από την αρχαία Ελλάδα στην Ιταλία

Το ελληνικό και το αλιάνικο

20Share

Το Παγγαίον Ορος μπορεί να ήταν διάσημο στην αρχαιότητα για τα ορυχεία χρυσού και αργύρου, πολύτιμος όμως ήταν και ο οίνος του, αφού παράλληλα ήταν μεγάλο κέντρο της διονυσιακής λατρείας. Γιατί εδώ ανατράφηκε, σύμφωνα με τον μύθο, ο θεός Διόνυσος και με κρασί τού τόπου μέθυσε τα σαρκοβόρα άλογα τού βασιλιά Λυκούργου. Αλλά και ο Οδυσσέας με το μαύρο γλυκό κρασί της Μαρώνειας στη Ροδόπη, τον περίφημο ισμαρικό οίνο, ξεγέλασε τον κύκλωπα Πολύφημο για να γλιτώσουν αυτός και οι σύντροφοί του από τη μανία του. Και πιο παλιά ακόμη: καμένοι σπόροι και φλοίδες σταφυλιών ηλικίας 6.500 ετών που βρέθηκαν στον προϊστορικό οικισμό του Ντίκιλι Τας, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, αποτελούν τα αρχαιότερα πατημένα σταφύλια που έχουν έρθει ως σήμερα στο φως. 

Γιατί «ο Διόνυσος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός θεός στη Μακεδονία·όπως φαίνεται μέσα από τις αμπελοκαλλιέργειες, την παραγωγή οίνου που ήταν ονομαστός στον αρχαίο κόσμο, αλλά και τα θέατρα» εξηγεί η αρχαιολόγος δρ Τζένη Βελένη, διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Το ίδιο αγαπητός έγινε και στην Ιταλία. Εκεί μεταφυτεύθηκε η λατρεία του μαζί με το θείο δώρο που πρόσφερε στους ανθρώπους, μέσω των ελλήνων αποίκων που εγκαταστάθηκαν στις κεντρικές και νότιες περιοχές της. Αυτή ακριβώς τη σχέση μέσω του κρασιού ανάμεσα στις δύο χώρες που συνδέονται με την Αδριατική στοχεύει να αναδείξει η έκθεση η οποία θα εγκαινιασθεί στις 13 Ιουλίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης με τίτλο «Το δώρο του Διονύσου. Η μυθολογία του κρασιού στην Κεντρική Ιταλία και στη Βόρεια Ελλάδα». 

Σύμβολο κοινωνικής υπεροχής στην αρχαϊκή εποχή (7ος αι. π.Χ.), αλλά ήδη από τον 5ο αι. π.Χ. και με την επικράτηση της δημοκρατίας ένα αγαθό συλλογικής και διαδεδομένης κατανάλωσης, το κρασί λατρεύτηκε στην αρχαιότητα όσο και ο θεός του. Ενας θεός ο οποίος συνδέεται με την αναγέννηση της φύσης, με τη διαρκή κίνηση και την παράβαση, αυτός που μοιράζει το κρασί στους θνητούς χαρίζοντας ευθυμία, έκσταση, αλλά και παραφροσύνη. 

Αυτές τις πολλές ιδιότητες του Διονύσου (όσες και του κρασιού) σκοπεύει να αναδείξει η έκθεση προσεγγίζοντας το θέμα αρχικά από τη μυθολογία, στη συνέχεια μέσα από τη σύνδεσή του με τη λατρεία και τις ταφικές λειτουργίες, το συμπόσιο, τις δυσάρεστες επιπτώσεις του οίνου όπως η μέθη- ταυτόχρονα όμως και τη δύναμη που χαρίζει στον άνθρωπο-, την παραγωγική και εμπορική σημασία του και τέλος με το θέατρο, ένα ακόμη «δώρο» του θεού. Οι εκδηλώσεις οινοποσίας και γευσιγνωσίας εξάλλου οι οποίες θα συνοδεύουν την έκθεση θα κάνουν την αναγωγή στη σημερινή εποχή. 

«Η σημασία του κρασιού για τον άνθρωπο υπήρξε τεράστια λόγω της κοινωνικότητας που παράγεται μέσα από την οινοποσία,κάτι που για τους αρχαίους είχε θρησκευτικές και πολιτικές προεκτάσεις. Αλλωστε μέσω του οίνου διαδόθηκε σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου και το συμπόσιο, ένας κατ΄ εξοχήν ελληνικός θεσμός με μεγάλα πολιτισμικά οφέλη» λέει η κυρία Βελένη. 
Το ταξίδι
Αρχαία αντικείμενα από ανασκαφές σε νεκροταφεία, οικισμούς και ιερά της Κεντρικής Ιταλίας, αλλά και από την Κεντρική Μακεδονία, 187 τον αριθμό, παρουσιάζονται στην έκθεση, η πρόταση για την οποία ήρθε από την περιοχή του Μολίζε και της εκεί Εφορείας Αρχαιοτήτων, καθώς και του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου. Γιατί οι Ρωμαίοι μπορεί να γνώρισαν το κρασί πολύ αργότερα από τους Ελληνεςσύμφωνα με τα ως τώρα στοιχεία, είχαν την πρώτη επαφή με τη διονυσιακή λατρεία και με το κρασί γύρω στον 8ο αι. π.Χ.-, το αγάπησαν όμως πολύ. Και τελικά διέπρεψαν στην παραγωγή του, αλλά και στο εμπόριο, εκτοπίζοντας τους πρώτους διδάξαντες και κυριαρχώντας με την πάροδο των αιώνων στην αγορά- αν και έχει ενδιαφέρον ότι ο Πλίνιος (φυσικός, φιλόσοφος και ιστοριογράφος του 1ου αι. μ.Χ.) παρ΄ όλη την υπερηφάνεια του για τα ιταλικά κρασιά, αποφεύγει να τα συγκρίνει με τα ελληνικά. 

«Ο μύθος του Διονύσου και ειδικότερα της αμπέλου εμφανίζει δύο πορείες:η μία από τη Θράκη προς τη Μακεδονία και τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο και η άλλη από τη Μεσοποταμία.Γενικά αποδεκτό όμως σήμερα είναι ότι η εξημέρωση της αμπέλου ξεκίνησε κάπου στην περιοχή του Καυκάσου» λέει ο υπεύθυνος οίνου στο ΒΗΜΑGΟURΜΕΤκ.Ανδρέας Ανδρουλιδάκης. 
Η καλλιέργεια
Η έναρξη της καλλιέργειας της αμπέλου στην Ελλάδα τοποθετείται χρονικά στην Εποχή του Χαλκού, όταν δημιουργούνται ιεραρχημένες κοινωνίες, οι οποίες ήταν σε θέση να κάνουν μακροχρόνια «επένδυση» σε ένα φυτό που απαιτεί χρόνια για να παραγάγει καρπό και ύστερα να προχωρήσουν στην παραγωγή του κρασιού. Για ένα τόσο πολύτιμο προϊόν δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι ο τρύγος, το πάτημα των σταφυλιών και η δοκιμή του νέου κρασιού αποτελούσαν εξαιρετικής σημασίας εργασίες, οι οποίες καταγράφονταν στο ημερολόγιο των αρχαίων και αναπαριστάνονταν σε αγγεία και ανάγλυφα. Ο Διόνυσος και οι ακόλουθοί του ήταν οι πρωταγωνιστές αυτών των αγροτικών σκηνών. 

«Το κρασί εφευρέθηκε τυχαία» επισημαίνει ωστόσο ο κ. Ανδρουλιδάκης. «Γιατί το σταφύλι έχει επάνω του ό,τι χρειάζεται για να γίνει κρασί.Στη συνέχεια βεβαίως εξελίχθηκε από τους αρχαίους Ελληνες σε μεγάλη τέχνη, όπως αποκαλύπτουν τα αρχαία κείμενα στα οποία γίνονται λεπτομερείς περιγραφές και παρατηρήσεις για την καλλιέργεια της αμπέλου, την παραγωγή του κρασιού,τη βελτίωσή του,κτλ.». 
Η παλαίωση
Οι αρχαίοι γνώριζαν τα ευεργετικά αποτελέσματα του χρόνου πάνω στο κρασί. Αυτό αποδεικνύεται και από τον Ομηρο, ο οποίος αναφέρει ότι το κρασί αποσφραγίζεται και ανοίγεται στα έντεκα χρόνια («Οδύσσεια»), ενώ ο Αρχέστρατος τονίζει ότι το κρασί της Θάσου έφθανε στην απογείωσή του έπειτα από πολλών χρόνων παλαίωση. Στο «Εδικτον των τιμών του Διοκλητιανού» αναφέρεται μάλιστα ότι τα παλιά κρασιά εξαιρετικής γεύσης μπορεί να έχουν τριπλάσια τιμή από τα κοινά. 

«Ευώδης» χαρακτηριζόταν ως εκ τούτου ο θάσιος οίνος, «απαλός και λευκός» ο μενδαίος, «άριστος» ο χίος, «εύπνους» ο λέσβιος. Αλλοι χαρακτηρισμοί, οι οποίοι είχαν να κάνουν με το χρώμα του οίνου, ήταν: λευκός, μέλας, κιρρός (ξανθός), ερυθρός, ενώ αναλόγως της γεύσης μπορούσε να είναι γλυκύς ή αυστηρός, λεπτός ή παχύς, ευώδης και ουχί ευώδης, αδύνατος, μέτριος και δυνατός. 

«Ελαφράν τινά ατμίδα» είχε εντοπίσει στο μεταξύ ο Αριστοτέλης στον οίνο, παρατηρώντας ότι υπήρχε μια εύφλεκτη ουσία. Και παρ΄ ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει το οινόπνευμα, τις συνέπειές του τις γνώριζε. Για αυτό και ο Πλάτωνας απαγόρευε στους νέους ως τα 18 να δοκιμάζουν κρασί, ενώ ως τα 30 έπρεπε να το καταναλώνουν μετρίως. 

Η προσθήκη μυρωδικών, μπαχαρικών ή αρωματικών βοτάνων, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο ή σμύρνα, για να αναδυθεί η γεύση του ήταν συχνά υπεύθυνη για τη διαφοροποίηση του κρασιού από τόπο σε τόπο. Σε κάποια μέρη, όπως στην Κω, πρόσθεταν θαλασσινό νερό στο μούστο πριν από τη ζύμωση (τεθαλασσωμένος οίνος), ενώ δεν ήταν άγνωστη η χρήση ρητίνης, αλλά και η προσθήκη αψίνθου (δηλαδή η παρασκευή βερμούτ), μέθοδος που αποδίδεται στον Ιπποκράτη- εξ ου και «Ιπποκράτειος Οίνος». 
ΓΛΥΚΟ ΚΡΑΣΙ ΓΕΜΑΤΟ ΑΡΩΜΑΤΑ
Τι γεύση είχε το κρασί στην αρχαιότητα;«Είναι πρακτικά αδύνατον να απαντήσω,αν και μπορώ να υποθέσω δύο πράγματα»λέει ο υπεύθυνος οίνου του ΒΗΜΑGΟURΜΕΤ κ.Α.Ανδρουλιδάκης. «Ηταν γλυκό και αρωματικό,μάλιστα οι αρωματικές προσθήκες δεν χρησιμοποιούνταν μόνο για να βελτιώσουν τη γεύση,αλλά και για να διορθώσουν σφάλματα της οινοποίησης.Το ίδιο συνέβαινε και με τη ρητίνη,αν κρίνουμε από τον τρόπο που τη χρησιμοποίησαν στα νεότερα χρόνια,δηλαδή για την κάλυψη ελαττωμάτων του κρασιού,όπως ή έλλειψη γεύσης,η οξείδωση,κτλ.Το δεύτερο είναιότι πιθανόν να είχαν περισσότερους βαθμούς αλκοόλης από τα σημερινά κρασιά,που φθάνουν ως τους 15,5,αφού ως εκεί αντέχουν οι ζυμομύκητες που υπάρχουν στη φύση.Ενδέχεται όμως στην αρχαιότητα να υπήρχαν και άλλοι ζυμομύκητες που άντεχαν σε υψηλότερους βαθμούς, έτσι ορισμένα κρασιά να είχαν υψηλότερο ποσοστό αλκοόλης. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει και τη μεγάλη αραίωση του κρασιού, που σε κάποιες περιπτώσεις έφθανε το 1 προς 5!». 
ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ
Η έρευνα σήμερα έχει δείξει ότι το φυσικό περιβάλλον της Βόρειας Ελλάδας ευνοούσε ιδιαίτερα την ύπαρξη και την καλλιέργεια της αμπέλου.Από τους αμπελώνες της Χαλκιδικής έβγαινε ο ονομαστός λευκός οίνος της Μένδης,ο οποίος για πολλούς αιώνες βρισκόταν στην πρώτη σειρά προτίμησης,αλλά και εξαγωγών,όπως επίσης και τα κρασιά της Τορώνης και της Ακάνθου. 

Στη Μαρώνεια της Θράκης παραγόταν ο περίφημος Ισμαρικός οίνος (ή Μαρωνίτης).Και στο Παγγαίο (Βίβλινα όρη) έβγαινε ο βίβλινος οίνος από κλήματα της βιβλίας αμπέλου.Η μακεδονική πόλη των Φιλίππων σε αυτή την περιοχή είχε μεγάλη οινική παράδοση.Εδώ άλλωστε,στον λόφο Ντίκιλι Τας (6η-3η χιλιετία π.Χ.),βρέθηκαν 2.460 καμένοι σπόροι σταφυλιών και 300 φλοίδες από σταφύλι που πιθανόν χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή κρασιού. 

«Στις ανασκαφές έχω βρει και εγώ αρχαίους τάφρους καλλιέργειας αμπέλου (ένας από τους τρεις τρόπους φύτευσης:συνολική εκσκαφή του αγρού,με τάφρους και με οπές) στην Πέλλα, στην Πιερία (πάνω από έξι διαφορετικές θέσεις),στη Φλώρινα δίπλα στο Αμύνταιο,στη Θέρμη και στην Τούμπα Θεσσαλονίκης» λέει η αρχαιολόγος δρ Τζένη Βελένη.Ειδικά στην Πέλλα μάλιστα,την πρωτεύουσα των Μακεδόνων,παραγόταν ονομαστός οίνος που προερχόταν απότην πελλαία σταφυλή.Ενώ στις Πέτρες Αμυνταίου βρέθηκε κοντά στα αποθηκευτικούς πίθους μια σκουρόχρωμη κολλώδης ουσία, που αποδείχτηκε ότι ήταν ρητίνη.Είναι αδύνατον όμως να ταυτοποιηθούν σήμερα αρχαίες ποικιλίες.Είναι άλλωστε απίθανο να έχουν διατηρηθεί καθώς όπως εξηγεί ο υπεύθυνος οίνου του BHMAGΟURΜΕΤ κ.Α.Ανδρουλιδάκης η άμπελος παρουσιάζει μεγάλη συχνότητα διασταυρώσεων και μεταλλάξεων από τη φύση : «Κάποιες ονομασίες όμως στην Κεντρική Ιταλία,στις περιοχές γύρω από τη Νάπολι και την Πομπηία,θυμίζουν Ελλάδα.Για παράδειγμα,υπάρχει ένα είδος που ονομάζεται “αλιάνικο”, παραφθορά της λέξης “ελληνικό”, όπως δέχονται και οι Ιταλοί.Υπάρχει επίσης το “γκρέκο ντι Τούφα” και το “γκρεκέτο”- χωρίς αυτό να σημαίνειότι οι ποικιλίες αυτές μπορεί να έχουν σχέση με τις αρχαίες».

Ευφραίνει τους Ελληνες µε καλό κρασί

Παύλος Καρακώστας

ΣΤΙΣ ΠΕΝΤΕ ΚΑΒΕΣ CELLIER Ο ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΚΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΕΠΩΝΥΜΕΣ ΞΕΝΕΣ ΚΑΙ ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΥΛΕΡΕΣ, ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 11 Ιουνίου 2011
Αναµφίβολα, στην ατζέντα µε τις επωνυµίες προϊόντων που ευφραίνουν τον ουρανίσκο των ελλήνων bon-viveur βρίσκεται τουλάχιστον µία φίρµα από τα κρασιά - ελληνικά και ξένα - τα οποία εµπορεύεται ο κ. Παύλος Καρακώστας, ιδιοκτήτης της ΓΕΝΚΑ. 

Στο χαρτοφυλάκιο της εταιρείας αλλά και στα ράφια στις πέντε κάβες Cellier που διαθέτει βρίσκονται οι µάρκες Baron Philippe de Rothschild, Bollinger, Torres, Poli, Zonin, Duboef, Phelps, Penfolds, Poli και Delamain από το εξωτερικό, και µια λίστα από φηµισµένους οίνους ελληνικής παραγωγής, όπως Κτήµα Μερκούρη, Αργυρού, Ντούγκου και Αϊβαλή. 

Αλλωστε, η τεχνογνωσία της εταιρείας στη διεθνή αγορά επώνυµων µαρκών αριθµεί πάνω από 130 χρόνια. 

∆ιότι, εκτός από την εξοικείωση των ελλήνων καταναλωτών µε καλής ποιότητας οίνους από το εξωτερικό, είχε φέρει στη χώρα µας και µια σειρά από γνωστές στη διεθνή αγορά µάρκες καταναλωτικών προϊόντων. 

ΕΠΩΝΥΜΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ. Την εποχή που η παγκοσµιοποίηση δεν είχε ακόµη αποκτήσει το σηµερινό εύρος, η οικογένεια Καρακώστα ήταν εµπορικοί αντιπρόσωποι επωνυµιών, όπως γάλαεβαπορέ Nουνού, κονσέρβες Geisha, Pampers, αλκοολούχα ποτά Ballantines, Courvoisier, Canadian Club, σαµπάνιες Mumm, πόρτο Sandeman. Ξεκίνησε, για παράδειγµα, την εισαγωγή του Νουνού το 1949 για να σταµατήσει 34 χρόνια αργότερα, όταν στήθηκε στην Ελλάδα θυγατρική της πολυεθνικής Friesland που το παράγει. Σήµερα τα περισσότερα από τα παγκοσµίως γνωστά αυτά εµπορικά σήµατα αποτελούν παρελθόν για τον 66χρονο επιχειρηµατία, ο οποίος επικεντρώνεται περισσότερο στα κρασιά. Οµως, παρότι η ΓΕΝΚΑ διαθέτει µια σειρά από µάρκες κρασιών από τους καλύτερους αµπελώνες εντός και εκτός συνόρων, οι αναταράξεις της κρίσης δεν την άφησαν ανεπηρέαστη. 

ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ. Η ελληνική αγορά κρασιού, ακολουθώντας τη µοίρα όλων των κλάδων της οικονοµίας, έχει κάνει τη δική της βουτιά και υπολογίζεται ότι ο τζίρος της έχει µειωθεί κατά 40% σε σχέση µε τα προ της κρίσης επίπεδα. Αρνητικά έχει επηρεαστεί και η αγορά της εστίασης, όπου η έτερη δραστηριότητα του κ. Καρακώστα, καθώς η εταιρεία του έχει υπό τον έλεγχό της και το εστιατόριο Cellier Bistrot στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο έχει µετατραπεί σε στέκι συνάντησης ανθρώπων των επιχειρήσεων και της οικονοµικοπολιτικής σκηνής. Πάντως, η ΓΕΝΚΑ επέδειξε αντοχές καθώς ο τζίρος της διαµορφώθηκε σε 6,6 εκατ. ευρώ το 2010 έναντι 6,8 εκατ. το 2009.

Ως γνώστης της αγοράς κρασιού ο κ. Καρακώστας – βρίσκεται, άλλωστε, στο τιµόνι της επιχείρησης 40 χρόνια, ενώ έχει διατελέσει πρόεδρος του Συνδέσµου Ελληνικού Οίνου – γνωρίζει από πρώτο χέρι τα προβλήµατα του και τις δυσκολίες που αντιµετωπίζουν οι παραγωγοί στην έξοδό τους σε αγορές του εξωτερικού. 

Η υψηλή τιµή αποτελεί έναν από τους λόγους που το ελληνικό κρασί δυσκολεύεται να µπει στις αγορές του εξωτερικού. Οπως διευκρινίζει ο διευθύνων σύµβουλος της ΓΕΝΚΑ, «το ελληνικό κρασί είναι καλό, αλλά ακριβό», προσθέτοντας ότι το χύµα στη χώρα µας – που αποτελεί ελληνική πατέντα – έχει 8 ευρώ το λίτρο, ενώ στην Ιταλία το αντίστοιχο κρασί κοστίζει από 4 ευρώ το µπουκάλι. 

Επιπλέον, αποτελεί πηγή δυσφήµησης για το ελληνικό κρασί το γεγονός ότι ένα µπουκάλι µπορεί να κοστίζει 10 ευρώ στο ράφι του σούπερ µάρκετ και το ίδιο ακριβώς να πωλείται 45 ευρώ στα εστιατόρια. Παράλληλα, οι εισαγωγικές εταιρείες έχουν πάνω από 4 χρόνια να κάνουν αυξήσεις τιµών στις ξένες ετικέτες, ενώ στα εγχώρια κρασιά µέχρι και πέρυσι γίνονταν συνεχώς ανατιµήσεις. 

Οι ρίζες της ΓΕΝΚΑξεκινούν από την Κάρυστο. Το 1877ο παππούς του σηµερινού ιδιοκτήτη, ο Νικόλαος ∆. Καρακώστας, άφησε τη γενέτειρά του για να εγκατασταθεί στην Αθήνα σε ηλικία µόλις 17 ετών. Τον ίδιο χρόνο άνοιξε το πρώτο του κατάστηµα στο Μαρκόπουλο, πουλώντας φρούτα και λαχανικά. Τρία χρόνια αργότερα εγκαινίασε το πρώτο κατάστηµα στο κέντρο της Αθήνας, στη συµβολή των οδών Αθηνάς και Γερανίου, πουλώντας τρόφιµα. Εκανε ένα ακόµη βήµα το 1903 όταν αγόρασε το κατάστηµα στην οδό Κλεισθένους 9 - όπου βρίσκονται ακόµη και σήµερα τα γραφεία της εταιρείας - και ίδρυσε την Καρακώστας & Γιαννάκος, που θα γίνει αρκετά αργότερα ΓΕΝΚΑ. 

Το 1913, οι δύο γιοι του Γιώργος και Κυριάκος ανέλαβαν την εταιρεία αλλάζοντας την επωνυµία σε Κυριάκος & Γιώργος Καρακώστας.Σκοπός τους ήταν “η ίδρυση ενόςσοβαρού και αξιόπιστου οίκουαντιπροσωπείας για εισαγόµενα προϊόντα υψηλής ποιότητος”. Το 1938 άνοιξαν το πρώτο gourmetεστιατόριο «Cellar» επί τηςΚριεζώτου, όπου σήµερα βρίσκεται το µεγαλύτερο κατάστηµα Cellier, της οµώνυµης αλυσίδας. 

Το 1951 ο Γιώργος Ν. Καρακώστας ανέλαβε µόνος του την εταιρεία αλλάζοντας την επωνυµία σε ΓΕΝΚΑ και διεύρυνε σηµαντικά τις εισαγωγικές της δραστηριότητες. 

KAI e-ΠΩΛΗΣΕΙΣ. Για τον σηµερινό επικεφαλής καιαπόγονο τρίτης γενιάς του ιδρυτήτης εταιρείας, η παραγωγή δικού του κρασιού ήταν αυτονόητη. 

Ετσι, στα ράφια των Cellier, µαζί µε τις διεθνώς γνωστές ετικέτες, έχει προσθέσει το κρασί Κτήµα Μοντοφώλι, το οποίο παράγεται στο οµώνυµο κτήµα της εταιρείαςστη γενέτειρα της οικογένειας, στην Κάρυστο. 

Αλλά και ητεχνολογία καιτα νέα δεδοµένα στοεµπόριο δενέχουν αφήσει αδιάφορο τον κ.Καρακώστα, ο οποίος στο παρελθόν έχει διατελέσει και πρόεδρος του Ελληνοβρετανικού Εµπορικού Επιµελητηρίου. Φρόντισε να επεκταθεί και στις ηλεκτρονικές πωλήσεις και το έκτο κατάστηµα της αλυσίδας Cellier είναι ηλεκτρονικό. 


«Το ελληνικό κρασί είναι καλό, αλλά ακριβό. Στη χώρα µας το χύµα έχει 8 ευρώ το λίτρο, ενώ στην Ιταλία τοαντίστοιχο κρασί κοστίζει από 4 ευρώ το µπουκάλι»

Καλό κρασί, αλλά λίγο

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΡΥΓΟΣ 2010

Μειωμένη η παραγωγή, αλλά σταθερή η ποιότητα

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΗΣ , pstefanis@dolnet.gr

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010
Τα πρώτα φρέσκα ελληνικά κρασιά του φετινού τρύγου βγήκαν ήδη στην αγορά, την περασμένη Πέμπτη, καθώς οι έλληνες παραγωγοί ακολουθούν τα τελευταία χρόνια τη γαλλική παράδοση που θέλει το Βeaujolais Νouveau να κυκλοφορεί την τρίτη Πέμπτη κάθε Νοεμβρίου. Για τα υπόλοιπα εμφιαλωμένα της φετινής σοδειάς θα πρέπει να 
περιμένουμε έναν με δύο μήνες για τα λευκά και παραπάνω από χρόνο για τα κόκκινα. Οσο για την ποιότητα, οισχετικοί με το κρασί δηλώνουν ευχαριστημένοι: οι συνθήκες ήταν καλές και όλες οι περιοχές της χώρας αναμένεται να δώσουν καλό κρασί. Μόνο που η παραγωγή, για ακόμη μία χρονιά, είναι μειωμένη... 
Η γεύση του φετινού κρασιού θα είναι μάλλον «γλυκόπικρη». Ο πρόσφατος ελληνικός τρύγος, αν και ποιοτικός στα χαρακτηριστικά του, είναι μικρότερος συγκριτικά με τις προηγούμενες χρονιές. Για την ακρίβεια, είναι ο δεύτερος χειρότερος ποσοτικά- μαζί με αυτόν του 2002-κατά την τελευταία δεκαπενταετία. Στην τρέχουσα περίοδο, μάλιστα, «χτυπήθηκε» κατά περιοχές και από τις προσφερόμενες χαμηλές τιμές για τα σταφύλια που παρήχθησαν στα περίπου 700.000 στρέμματα αμπελώνων της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στην Ηλεία, με τιμές από 0,10- 0,11 ευρώ ανά κιλό, τα μισά αμπέλια δεν τρυγήθηκαν, αλλά σχεδόν εγκαταλείφθηκαν από τους αμπελουργούς, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να καλούν τα οινοποιεία να μαζέψουν δωρεάν τα τσαμπιά για να μη μείνουν πάνω στα αμπέλια. 

Πτώση 20%. Και οι υπόλοιποι «συνήθεις ύποπτοι» παράγοντες έπαιξαν καθοριστικά, αρνητικά, τον ρόλο τους. «Τώρα που ο τρυγητός έχει ολοκληρωθεί, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν έναν μικρότερο όγκο παραγωγής, εξαιτίας είτε ασθενειών των φυτών (όπως ο περονόσπορος και το ωίδιο), είτε των κλιματολογικών συνθηκών που επικράτησαν ανά την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, για την περίοδο 2010- 2011 υπολογίζουμε πως θα φτάσουμε στους 310.000 τόνους εγχώριου οίνου, τη στιγμή που πρόπερσι είχαμε μιαν ικανοποιητική απόδοση 387.300 τόνων. Καταγράφεται, δηλαδή, μια ποσοτική πτώση κατά 20% την τελευταία διετία», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Παρασκευάς Κορδοπάτης, διευθυντής της Κεντρικής Συνεταιριστικής Ενωσης Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ, http://www. keosoe.gr), που αριθμεί πανελλαδικά 35 οινοπαραγωγικούς συνεταιρισμούς ως μέλη της. 

Πρόβλημα ποιότητα δεν τίθεται, σπεύδει να ξεκαθαρίσει. Τα όποια ζητήματα προέκυψαν, ήδη ξεπεράστηκαν. «Σε γενικές γραμμές, στο μεγαλύτερο μέρος της Επικράτειας, ο Μάιος και ο Ιούνιος ήταν βροχεροί και ο Ιούλιος ζεστός, άρα καλός για το δέσιμο των σταφυλιών. Αντιθέτως, ο Αύγουστος είχε παρατεταμένο καύσωνα, που τα αφυδάτωσε, προκάλεσε την πρώιμη ωρίμασή τους, ενώ παράλληλα συνέβαλε και στη δημιουργία υψηλών αλκοολικών βαθμών. Ευτυχώς, η ιδιαιτερότητα αυτή, η οξύτητα των κρασιών, που δυσκολεύει τους οινολόγους, αντιμετωπίστηκε επιτυχώς με τις κατάλληλες παρεμβάσεις τους. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πλέον ότι σε βασικές αμπελουργικές περιοχές, όπως Αχαΐα, Νάουσα, Νεμέα, Ιόνιο, Αιγαίο και Κρήτη, για μια ακόμα χρονιά περιμένουμε ποιοτική παραγωγή. Μπορεί οι αμπελώνες να είχαν μειωμένες αποδόσεις, ωστόσο και ο κανόνας λέει πως όταν το φυτό δεν είναι φορτωμένο με πολλά σταφύλια, βγάζει πάντα και πιο ποιοτικό κρασί», σημειώνει. 

«Καλή σεζόν». Σε αυτό συμφωνεί και η χημικός- οινολόγος κ. Μαρία Τζίτζη, συγγραφέας βιβλίων για το κρασί, αλλά και διδάσκουσα σε θέματα οίνου σε ιδιωτική Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. «Τα πρώτα μηνύματα μας επιτρέπουν να προσδοκούμε μια καλή στο σύνολό της οινοπαραγωγική σεζόν», λέει. «Πιο αναλυτικά, στη Βόρεια Ελλάδα (Δράμα, Επανομή, Νάουσα, Αμύνταιο, Χαλκιδική), σύμφωνα με τους παραγωγούς, η ποιότητα των κρασιών εκτιμάται ως εξαιρετική, με έντονους αρωματικούς χαρακτήρες στα λευκά και καλή φαινολική ωριμότητα (σωστή ποσότητα και ποιότητα σε χρωστικές, δηλαδή χρώμα, και τανίνες, δηλαδή γεύση) στα ερυθρά. Στην Πελοπόννησο, η ιδιαίτερα μειωμένη παραγωγή αναμένεται καλή, με τη Νεμέα να κερδίζει το χαμένο έδαφος της περσινής, αρκετά προβληματικής λόγω παρατεταμένων βροχοπτώσεων, χρονιάς. Με ενδιαφέρον περιμένουμε, επίσης, τη Σαντορίνη που τρύγησε πολύ πιο νωρίς φέτος. Εκεί περιμένουμε μια καλή ποσοτικά παραγωγή, παρά τα προβλήματα που παρουσίασαν τα σταφύλια, κυρίως το Αθήρι, από ασθένειες εξαιτίας της υγρασίας», επισημαίνει. 

Καθώς η χρονιά αυτή είχε εξαιρετικά ομοιόμορφες και καλές κλιματολογικές συνθήκες σε όλη τη χώρα, σημαντικές ποιοτικές διαφορές δεν παρατηρούνται, λέει με τη σειρά του ο κ. Αγγελος Ρούβαλης, οινολόγοςοινοποιός στις πλαγιές της Αιγιαλείας, ιδρυτής της εταιρείας Οινοφόρος (http://www. oenoforos.gr) και πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου (http://www. greekwinefederation. gr). «Παντού, τα ερυθρά κρασιά έχουν υψηλό φαινολικό δυναμικό και ωριμότητα, ενώ τα λευκά άρωμα και καλή δομή, με μάλλον χαμηλότερες οξύτητες. Ο ήπιος χειμώνας οδήγησε στην πρωιμότητα, οι ανοιξιάτικες βροχές προσέφεραν πλούσιο φυλλικό τοίχωμα που θρέφει καλά το αμπέλι, ενώ το ζεστό καλοκαίρι μια πολύ καλή ωρίμαση. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι χάνονται οι ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής ή του κάθε οινοποιού. Απεναντίας, σε τέτοιες ομαλές συνθήκες, τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά στοιχεία του μικροκλίματος και της ποικιλίας θα εκφραστούν καθαρότερα στο αντίστοιχο κρασί», τονίζει. 


«Εις υγείαν» και με ελληνικά Νouveau!
«Le Βeaujolais Νouveau est arrive» και μαζί του έφτασαν στα ράφια και τα ελληνικά Νouveau κρασιά. Τα φρέσκα, δηλαδή, ερυθρά κρασιά του φετινού τρύγου, προϊόντα διαφορετικής μεθόδου οινοποίησης, της λεγόμενης αναερόβιας ενδοκυτταρικής ζύμωσης (δηλαδή χωρίς οξυγόνο αλλά με διοξείδιο του άνθρακα). Τα κρασιά που παράγονται με αυτή την τεχνική είναι έτοιμα περίπου ενάμιση μήνα μετά το τέλος της αλκοολικής ζύμωσής τους, αλλά πίνονται υποχρεωτικά φρέσκα- το πολύ ενάμιση- δύο μήνες από την παραγωγή τουςκαι σερβίρονται δροσερά σε θερμοκρασίες 12-14 C. Και φέτος, σταφύλια διαφόρων γηγενών ποικιλιών υπόσχονται, σύμφωνα με τους έλληνες οινοπαραγωγούς, έντονο κόκκινο χρώμα, πλούσια γεύση και φρουτώδη αρώματα, από φράουλα, βατόμουρο, σύκο, κεράσι και ώριμη μπανάνα. Τα Νouveau αυτά, που ήδη διατίθενται σε επιλεγμένες κάβες και εστιατόρια, θεωρούνται εξαιρετικά απεριτίφ και γαστρονομικά συνοδεύουν ιδανικά ποικιλίες αλλαντικών και τυριών, πίτσες, ζυμαρικά με ελαφρές κόκκινες σάλτσες αλλά και πικάντικα πιάτα. 
Τα λευκά στα ράφια, τα κόκκινα στα βαρέλια
Θέμα μηνών είναι να τεθούν στη διάθεση των καταναλωτών τα πρώτα εμφιαλωμένα κρασιά της τρέχουσας παραγωγής. «Από τα Χριστούγεννα έως και το Πάσχα θα βγουν στο εμπόριο και στα ράφια τα λευκά κρασιά εσοδείας 2010. Στα κόκκινα ωστόσο, η κλιμακούμενη ανάγκη ωρίμασής τους και παλαίωσής τους σε βαρέλια, αλλάζει τα δεδομένα. Μπορεί, δηλαδή, να δοκιμάσει κανείς φέτος φρέσκα εσοδείας 2009 ή ακόμα και 2010 (π.χ. Αγιωργίτικο) ή εξαιρετικά παλαιωμένα του 2004-2007 (π.χ. Ξινόμαυρο Cabernet)», εξηγεί ο οινολόγος- οινοποιός κ. Αγγελος Ρούβαλης («Οινοφόρος»). 

«Οι διεθνείς ποικιλίες τρυγήθηκαν πολύ νωρίς φέτος και σ΄ όλη την Ελλάδα ήταν πολύ καλής ποιότητας, γι΄ αυτό κι αναμένουμε κι ανάλογα κρασιά μέσα στον Δεκέμβριο. Τα υπόλοιπα λευκά, από γηγενείς ποικιλίες, θα τα βρούμε στην αγορά λίγο αργότερα. Περιμένοντας βέβαια τη σοδειά του 2010, φυσικά και θα πίνουμε και λευκά του 2009, που θα έχουν κρατήσει τη φρεσκάδα τους. Θα πιούμε και κρασιά περασμένα από βαρέλι, ακόμα και πιο παλιάς χρονιάς που θα έχουν ωριμάσει καλά, ώστε να μας γοητεύσουν...», λέει η χημικός- οινολόγος κ. Μαρία Τζίτζη. «Οσο για τα κόκκινα, επειδή πάντα μιλάμε για μερικές χρονιές πίσω, το ενδιαφέρον μας εστιάζεται κυρίως στις πιο νέες κυκλοφορίες των παραγωγών. Πραγματικά όμως δεν πιστεύω πως χρειάζεται να αγωνιούμε για το ποιας περιόδου το κρασί πρέπει να περιμένουμε: από τη στιγμή που η Ελλάδα είναι μια χώρα γενικά ευνοημένη από το κλίμα της στην αμπελοκαλλιέργεια, η μια χρονιά με την άλλη δεν έχουν και τεράστιες ποιοτικές αποστάσεις...». 


Η κρίση δεν ακουμπά τα κρασιά με «ονοματεπώνυμο»


«Τόσο στην Πελοπόννησο (Νεμέα, Μαντίνεια, Αχαΐα) όσο και στη Μακεδονία(Νάουσα, Αμύνταιο, Δράμα κ.α.), αλλά και στην Κρήτη και τις άλλες ελληνικές αμπελοοινικές περιοχές, το αναμενόμενο αποτέλεσμα είναι κρασιά από πολύ καλής έως εξαιρετικής ποιότητας», λέει ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ) Μιχάλης Βουμβουλάκης. «Με αυτή την ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού κρασιού τα τελευταία χρόνια, η διαφορά πλέον στην εσωτερική αγορά είναι ότι γίνονται της μόδας τα επώνυμα κρασιά. Δηλαδή, τα κρασιά που ο καταναλωτής γνωρίζει την προέλευσή τους, που έχουν την ταυτότητα του οινοποιού. Ο Ελληνας έχει αντιληφθεί πια ότι μπορεί να έχει περισσότερη εμπιστοσύνη σε ένα κρασί στο οποίο ο παραγωγός βάζει τη σφραγίδα του και φέρει την ευθύνη για την ποιότητά του. Γι΄ αυτό και, παρά την οικονομική κρίση, καταγράφεται αυξανόμενη η προτίμηση των καταναλωτών 
στο επώνυμο κρασί, είτε είναι εμφιαλωμένο είτε χύμα...».